Αρχαίο Θέατρο Μυτιλήνης

Το ελληνιστικό θέατρο (2ος αι. π.Χ.) αποτελεί το επιφανέστερο δημόσιο μνημείο της αρχαίας πόλης της Μυτιλήνης. Κατασκευάστηκε στο ψηλότερο σημείο της πόλης, δίπλα στα μεσόγεια τείχη, σε έναν εξαιρετικό χώρο, που πιστεύεται ότι στην αρχαιότητα ήταν άλσος. Ήταν ορατό και από εκείνους που προσέγγιζαν την πόλη από τη θάλασσα, μέσω των δύο λιμανιών της.

Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα θέατρα του αρχαίου κόσμου, καθώς σύμφωνα με τον Πλούταρχο στο Βίο του Πομπήιου, αποτέλεσε το πρότυπο, πάνω στο οποίο βασίστηκε η κατασκευή των μόνιμων – λίθινων θεάτρων της Ιταλίας. Ο Πομπήιος, έχοντας στενή σχέση με τον Λέσβιο ιστορικό και λόγιο Θεοφάνη, απελευθέρωσε τη Μυτιλήνη το 62 π.Χ. και κατήργησε τις ισχύουσες δυσμενείς οικονομικές κυρώσεις. Η πόλη γιόρτασε το θρίαμβο του Ρωμαίου αυτοκράτορα στο θέατρο. Ο Πομπήιος το θαύμασε και έδωσε την εντολή στους αρχιτέκτονές του να το σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν στη Ρώμη ένα αντίγραφό του, μεγαλύτερο όμως και λαμπρότερο.

Αρχιτεκτονικά διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά των αρχαίων ελληνικών θεάτρων, όπως το κοίλο για τους θεατές, την κυκλική ορχήστρα για το χορό και τη λατρεία του Διονύσου, τις παρόδους, το προσκήνιο και ένα πολυτελές διώροφο σκηνικό οικοδόμημα, του οποίου ο κάτω όροφος ήταν δωρικού και ο άνω όροφος ιωνικού ρυθμού. Ήταν εξολοκλήρου μαρμάρινο. Η χωρητικότητα του πεταλόσχημου κοίλου υπολογίζεται περίπου σε 18.000 θεατές και έχει μέγιστη διάμετρο 124,60 μ., ενώ η ορχήστρα 25,12 μ. Στα μέσα του 2ου αι. μ.Χ. αφαιρέθηκαν τα μπροστινά εδώλια και κατασκευάστηκε ένας ψηλός αναλημματικός τοίχος περιμετρικά της ορχήστρας για να προστατευτούν οι θεατές των χαμηλότερων θέσεων από τα βίαια δρώμενα, καθώς πλέον το θέατρο λειτουργούσε ως αρένα.

Επίσης, από το θέατρο πιστεύεται ότι προέρχεται ο μαρμάρινος θρόνος με την εγχάρακτη επιγραφή του τέλους του 1ου αι. π.Χ.: ΠΟΤΑΜΩΝΟΣ ΤΟΥ ΛΕΣΒΩΝΑΚΤΟΣ ΠΡΟΕΔΡΙΑ, ο οποίος σήμερα εκτίθεται στο υποστατικό του Παλαιού Αρχαιολογικού Μουσείου Μυτιλήνης.