Οχυρά

Αδιάψευστοι μάρτυρες της οργάνωσης της «χώρας» των πόλεων – κρατών της Λέσβου αποτελούν τα πολυπληθή επιφανειακά λείψανα που απαντώνται, κυρίως, στο ορεινό δυτικό τμήμα του νησιού, εκεί όπου στην αρχαιότητα είχαν αναπτυχθεί η Ερεσία, η Αντισσαία και μέρος της Μηθυμναίας.

Οι επεκτατικές βλέψεις των Μηθυμναίων για αύξηση της υπαίθρου τους στο νησί, εις βάρος της επικράτειας των άλλων λεσβιακών πόλεων, ήδη από τα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια, είχαν ως αποτέλεσμα την υποταγή της Αρίσβης και της «χώρας» της και ανάγκασαν την Έρεσο και την Άντισσα να ενισχύσουν την άμυνα της υπαίθρου και των συνόρων τους με τη Μηθυμναία. Σε στρατηγικές θέσεις κτίσθηκαν πύργοι, παρατηρητήρια (βίγλες), οχυρά και φρουριακές εγκαταστάσεις για την οχύρωση και άμυνα των πόλεων και τον έλεγχο των περασμάτων, κυρίως των ποτάμιων (στις περιοχές  Βατούδια, Τυράννι Χυδήρων, Παλιόπυργος Μεσοτόπου  κ.λπ.). Το 167 π.Χ., μετά την καταστροφή της Άντισσας κατά τον Γ΄ Μακεδονικό πόλεμο, οι Ρωμαίοι παραχώρησαν την περιοχή της αρχαίας  πόλης στη Μήθυμνα. Η άμεση μεθόριος της Ερεσίας και της Μηθυμναίας ενισχύεται και πάλι με πύργους και οχυρά για την ασφάλεια και την άμυνα της επικράτειας της Ερέσου.

Ο ρόλος των πύργων, σε συνάρτηση με τη θέση τους στο νησί και τον οπτικό τους ορίζοντα, είναι πολλαπλός και έχει σχέση με την οχύρωση, ασφάλεια και άμυνα του πληθυσμού, την επικοινωνία, την εποπτεία/έλεγχο της περιοχής και την αγροτική-αποθηκευτική εγκατάσταση. Οι παλιότεροι πύργοι είναι κυκλικοί (στον Κρυοκόπο, στον Βεργά, στα Βατούδια, στο Κλαδομάντρι, στη Βαλάνα κ.λπ.) και, από την τοιχοποιία τους, χρονολογούνται στην αρχαϊκή εποχή. Είναι δομημένοι με τη «Λεσβία οικοδομία», που χαρακτηρίζεται από τις κυρτές έδρες των λίθων, η συναρμογή των οποίων επιτυγχάνεται με ένα μολύβδινο ευλύγιστο έλασμα. Με το δύσκολο και δαπανηρό τοιχοδομικό αυτό σύστημα κτίζονταν στη Λέσβο τα τείχη των πόλεων, οι τοίχοι ιερών, δημόσιων κτηρίων ή οικιών, οι περίβολοι οχυρών, οι δεξαμενές νερού, τα ισχυρά αναλήμματα, τους καλούμενους καλόχτιστους ή ροδόχτιστους, όπως πολύ εκφραστικά σήμερα ο λαός της Λέσβου αποκαλεί τους τοίχους με τη δόμηση αυτή. Στα ελληνιστικά χρόνια οι πύργοι είναι ορθογώνιοι και κτισμένοι από λιθόπλινθους με το ορθογώνιο σύστημα τοιχοδομίας και κτίζονταν σε μικρή απόσταση από τους παλιότερους κυκλικούς, είτε γιατί αυτοί είχαν καταστραφεί είτε για την ενίσχυση της ασφάλειας των θέσεων (στον Κρυοκόπο, στον Κουρούκλο κ.λπ.).

Τα σωζόμενα επιφανειακά οικοδομικά λείψανα των αρχαίων αγροτικών εγκαταστάσεων που συνδέονται με την εξασφάλιση της γεωργικής εκμετάλλευσης και την προστασία της παραγωγής είναι αξιόλογα σε όλο το δυτικό τμήμα της Λέσβου. Τα βουνά και οι λόφοι του νησιού διαμορφώθηκαν μέχρι την κορυφή τους με αναλημματικούς τοίχους και αυτές οι ανδηρωτές κατασκευές αποτελούν εξαιρετικά δείγματα της φιλοπονίας πολλών γενεών για την εκμετάλλευση και καλλιέργεια κάθε σπιθαμής γης.  Μεγάλες συστάδες αγροικιών των καλλιεργητών και των βοσκών είναι αραιά χτισμένες μέσα στα κτήματα των γαιοκτημόνων - δεσποτών, οι οποίοι κατοικούσαν στις λεσβιακές πόλεις. Η «κατά κώμας» κατοίκηση διατηρείται στη Λέσβο σε όλη την αρχαιότητα και περιγράφεται στο βουκολικό μυθιστόρημα Ποιμενικά, τα κατά Δάφνιν και Χλόην του Λέσβιου λογοτέχνη και ποιητή Λόγγου. Η καθσιά της σημερινής Λεσβιακής υπαίθρου σημαίνει ένα μεγάλο αγρόκτημα με κατοικία για μια οικογένεια των καλλιεργητών ή των βοσκών και η έννοιά της σχετίζεται με τις αρχαίες «κατοικίες των Λεσβίων», που αναφέρει ο γεωγράφος Στράβων για την Τρωάδα.     

Τα επιφανειακά λείψανα που συναντώνται στο δυτικό τμήμα της Λέσβου, παρά την αποσπασματική διατήρησή τους, βοηθούν στην ερμηνεία και κατανόηση του ρόλου και της χρήσης τους, της χρονολογικής και της μορφολογικής εξέλιξης (κυρίως της «λεσβίας οικοδομίας»), καθώς και της οργάνωσης της γης των πόλεων-κρατών της Λέσβου.